σαχανάκι

το, Ν
βλ. σαγανάκι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Saganaki — Der Name Saganaki oder Sachanaki (griechisch σαγανάκι, σαχανάκι) bezieht sich auf ein Kochgerät der Griechischen Küche, ein „Pfännchen“. Saganaki Speisen, die in dieser Pfanne gebraten werden, heißen meistens so, vor allem Kefalotiri… …   Deutsch Wikipedia

  • σαγανάκι — και σαχανάκι, το, Ν 1. μικρό σαγάνι 2. το έδεσμα που παρασκευάζεται σε μικρό σαγάνι (α. «αβγά σαγανάκι» β. «τυρί σαγανάκι») 3. ανεμοστόβιλος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. με τη σημ. «μικρό σαγάνι» και «έδεσμα» < σαγάνι / σαχάνι, ενώ με τη σημ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.